Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Κυριακῆ Ζ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 41-56)


www.osotir.org
Ἡ θεραπεία τῆς αἱμορροούσης
1.      «Κάποιος μὲ ἄγγιξε»
Ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ὅτι ὁ Κύριος περνώντας ἀνάμεσα ἀπὸ πλήθη λαοῦ ποὺ Τὸν στριμώχνουν, κατευθύνεται στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη του. Κάποια στιγμὴ ἐρωτᾶ:
–«Τίς ὁ ἁψάμενός μου;». Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ ἄγγιξε;
Ἐνῶ ὅλοι ἀρνοῦνται, ὁ Πέτρος λέει:

–Κύριε, τὰ πλήθη Σὲ ἔχουν περικυκλώσει καὶ Σὲ πιέζουν ἀσφυκτικά, κι Ἐσὺ λές, «ποιὸς μὲ ἄγγιξε;»;
–«Ἥψατό μού τις», ἐπιμένει ὁ Κύριος. Κάποιος μὲ ἄγγιξε. «Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». Ἐγὼ κατάλαβα ὅτι βγῆκε ἀπὸ πάνω μου δύναμη θαυματουργική.
Τότε ἡ αἱμορροούσα γυναίκα ποὺ εἶχε ἀκουμπήσει «τὸ κράσπεδον», τὴν ἄκρη τοῦ χιτώνα Του, καὶ εἶχε θεραπευθεῖ, ἦλθε μπροστά Του καὶ ὁμολόγησε μπροστὰ σὲ ὅλους τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε. Ὁ Κύριος τὴν εὐλόγησε:
–Ἔχε θάρρος, κόρη μου! Ἡ πίστη σου σὲ ἔχει σώσει. Πήγαινε στὸ καλὸ εἰρηνική!
Ὁ Κύριος εἶχε τὴν αἴσθηση ὅτι μόνο ἕνας Τὸν ἄγγιξε· ὅλοι ὅσοι Τὸν στρίμωχναν, ἀρνήθηκαν ὅτι Τὸν ἄγγιξαν· μόνο μία γυναίκα εἶχε τὴ συνείδηση ὅτι Τὸν ἄγγιξε οὐσιαστικά, μὲ πίστη καὶ ταπείνωση!…
Ἀπὸ τότε ἑκατοντάδες χιλιάδες πλησιάζουν τὸν Κύριο: ὅταν προσεύχονται, ὅταν μελετοῦν τὴν Ἁγία Γραφή, ὅταν προσέρχονται στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ κυρίως ὅταν κοινωνοῦν. Πλήθη πιστῶν! Πλήθη πιστῶν Τὸν πλησιάζουν, ἀλλὰ ποιὸς πραγματικὰ Τὸν ἀγγίζει ὅπως ἡ αἱμορροούσα γυναίκα καὶ νιώθει θεία δύναμη νὰ πλημμυρίζει τὴν ὕπαρξή του, καὶ τὴν θεία Χάρι νὰ τὸν ἀναγεννᾶ; Γιὰ ποιὸν ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ πεῖ: Σήμερα «ἥψατό μού τις»; Σήμερα κάποιος μὲ ἄγγιξε, ἦλθε σὲ ἀληθινὴ κοινωνία μαζί μου.
Εὐτυχὴς ὅποιος προσέρχεται στὸν Κύριο μὲ πίστη καὶ ταπείνωση, μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του στραμμένη σ᾿ Ἐκεῖνον, μὲ ὅλη του τὴν ἀγάπη, μὲ ὅλη του τὴν εὐγνωμοσύνη! Ἐκεῖνος θὰ θεραπεύεται ἀπὸ τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς του καὶ θὰ λαμβάνει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ!
2.      Ἀσάλευτη πίστη
Ἐκείνη τὴν ὥρα ὅμως ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι φέρνοντας τὴ θλιβερὴ εἴδηση στὸν Ἰάειρο ὅτι ἡ κόρη του ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή· νὰ μὴν κουράζει τὸν Διδάσκαλο. Ὁ Κύριος ὅμως εἶπε στὸν συντετριμμένο πατέρα:
–«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται». Μὴ φοβᾶσαι· μόνο συνέχισε νὰ πιστεύεις, καὶ θὰ σωθεῖ ἡ κόρη σου ἀπὸ τὸν θάνατο.
Εἶναι κάποιες στιγμὲς στὴ ζωή μας κατὰ τὶς ὁποῖες νιώθουμε ὅτι δὲν ἀντέχουμε, ὅτι λυγίζουμε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ τῶν πειρασμῶν· θύελλα λογισμῶν σηκώνεται μέσα μας καὶ μᾶς συνταράζει: Τί δυστυχία! Πῶς θὰ τὸ σηκώσω αὐτό; Λοιπὸν χάθηκαν ὅλα;».
«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε», λέει τότε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ὁ Κύριος. Μὴν καταποντίζεσαι στὸ πέλαγος τῶν φόβων καὶ τῆς ἀγωνίας· κράτα σταθερὴ καὶ ἀσάλευτη τὴν ἐμπιστοσύνη σου σ᾿ Ἐμένα. Δὲν θὰ σὲ ἀφήσω μόνο…
Τέτοιες δύσκολες ὧρες νὰ μὴ σβήσει μέσα μας ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα.
Ὁ ἅγιος Δωρόθεος ἔγραφε κάποτε σὲ Μοναχὸ ποὺ περνοῦσε μεγάλο πειρασμό, ἀπαντώντας σὲ ἐπιστολή του:
«Παιδί μου, ἄφησε κάθε δικό σου λογισμό, ἀκόμη κι ἂν εἶναι συνετός, καὶ κράτα τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό… νὰ στερεωθεῖς στὸν δρόμο τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό· γιατὶ εἶναι ὁ πιὸ ἀσφαλὴς καὶ ἀμέριμνος δρόμος»(*).
3.      Πένθος μετρημένο
Στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου ὅλοι ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴ νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου χτυπώντας τὸ κεφάλι καὶ τὸ στῆθος τους, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς. Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε:
–«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται.
Ἐκεῖνοι ὅμως Τὸν περιγελοῦσαν, ἐπειδὴ γνώριζαν καὶ εἶχαν βεβαιωθεῖ ὅτι τὸ κοριτσάκι εἶχε πεθάνει.
Ὁ Κύριος περιγελάσθηκε τὴν ὥρα ποὺ ἔδινε μιὰ πολύτιμη συμβουλὴ σὲ βαρυπενθοῦντες, ὅταν φανέρωνε τὴν πιὸ ἐλπιδοφόρα ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας, ὅτι δηλαδὴ ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος. Εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ σ᾿ ἐκείνους, διότι σὲ λίγο θὰ ξαναχάριζε στὴν κόρη τὴ ζωή, θὰ τὴν ἀνέσταινε. Ἀπευθύνει ὅμως τὰ ἴδια λόγια καὶ σὲ μᾶς γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει γιὰ τὴν τελικὴ ἀνάσταση.
Μὲ τὰ λόγια Του αὐτὰ ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἀποτρέπει νὰ πενθοῦμε τὸν νεκρό μας· μᾶς ἀποτρέπει νὰ τὸν πενθοῦμε ἀπαρηγόρητοι καὶ ἀπελπισμένοι· διότι δὲν χάθηκε γιὰ πάντα, οὔτε ἰσχύει ὅτι δὲν θὰ τὸν ξαναδοῦμε ποτέ. Στὴν κοινὴ ἀνάσταση θὰ «ξυπνήσει», θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἐκεῖνος ὅπως ὅλοι οἱ νεκροί, «οἱ κεκοιμημένοι», καὶ ἔτσι ὅλοι μαζὶ ἀχώριστοι γιὰ πάντα θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα στὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Μακάρι ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τέτοια πίστη στὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Κύριο καὶ Λυτρωτή μας, ὥστε νὰ ζήσουμε ἀπὸ τώρα τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κοίμηση, ὕπνος.
(*) «Τέκνον, ἄφες πάντα λογισμὸν ἴδιον, κἂν συνετὸς ᾖ, καὶ κράτει τὴν εἰς Θεὸν ἐλπίδα, τὸν ἐκ περισσοῦ ποιοῦντα ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν. Ἠδυνάμην πᾶσιν οἷς εἶπας ἀντιθῆναι, ἀλλ᾿ οὐ θέλω ἀντιστῆναί σοι οὐδὲ ἐμαυτῷ, εἰ μὴ μᾶλλον ἐμμεῖναί σε τῇ ἐπὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ ὁδῷ· αὕτη γὰρ ἀμεριμνοτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα ἐστίν. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ» (Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά, ἐκδ. «Ἑτοιμασία», Καρέας 20006, Ἐπιστ. η´, § 193, σελ. 418).
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ, ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.