Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν – Ὁσ. Ἰωάννου Κλίμακος (Μάρκ. θ΄ 17-31)


osotir.org
Ἕνα φοβερό δαιμόνιο
1.      ΕΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΜΑΣ ΑΝΕΧΕΤΑΙ;
Πάνω στό ὄρος Θαβώρ τρεῖς μαθητές ζοῦν τό μεγαλειῶδες θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου καί κάτω στόν κόσμο οἱ ὑ­πόλοιποι ἐννέα μαθητές ἀντιμετωπίζουν τό φοβερό δρᾶμα τῆς πα­ραμορφώσεως ἑνός δαιμονισμένου. Καί καθώς ὁ Κύριος κατεβαίνει ἀπό τό φῶς τοῦ Θαβώρ, συναντᾶ τό σκοτάδι τοῦ κόσμου. Ἀντικρύζει τόν βασανισμένο πατέρα τοῦ δαιμονισμένου νά γονατίζῃ μέ πόνο στά πόδια του καί νά τοῦ λέει:

– Διδάσκαλε σοῦ ἔφερα τό παιδί μου, πού ἔχει κυριευθεῖ ἀπό φοβερό δαιμόνιο, τό ὁποῖο τοῦ ἔχει πάρει τή λαλιά του. Κι ὅπου τό πιάσῃ, τό ρίχνει στή γῆ, τό κάνει νά βγάζῃ ἀπό τό στόμα του ἀφρούς, νά τρίζῃ τά δόντια του καί νά μένῃ ξερό καί ἀναίσθητο. Ἔφερα, Κύ­ριε, τό παιδί μου στούς μαθητές σου καί τούς παρεκάλεσα νά βγά­λουν τό δαιμόνιο, ἀλλά δέν μπόρεσαν.
Καί ὁ Κύριος ἀποκρίνεται στό πονεμένο πατέρα:
– Ὦ γενεά  ἄπιστη, πού τόσα θαύματα εἶδες ἀπό ἐμένα! Ἕως πότε θά εἶμαι ἀκόμη μαζί σας; Ἕως πότε θά σᾶς ἀνέχομαι;
ΕΩΣ ΠΟΤΕ λοιπόν θά  ἀνέχεται ὁ Κύριος τήν ὀλιγοπιστία τῶν ἀνθρώπων; Ὁ πατέρας τοῦ εὐαγγελίου βέβαια εἶχε ἐλαφρυντικά. Δέν γνώριζε ποιός ἦταν ὁ Κύριος. Ἐμεῖς ὅμως δέν ἔχουμε κανένα. Ἐμεῖς γνωρίζουμε ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γνωρίζουμε πώς εἶναι ὁ Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος καί θυσιάστηκε γιά μᾶς. Δεχόμα­στε καθημερινά τίς φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες του, τό πολύ ἔ­λεός του, τή χάρι τῶν μυστηρίων του. Καί παρόλα αὐτά ὀλιγοπιστοῦ­με.  Ἀλλά ὁ Κύριος δέν μᾶς ἐγκαταλείπει, δέν μᾶς καταδικάζει. Μᾶς ἀνέχεται, διότι θέλει τή σωτηρία μας.
Αὐτή ὅμως ἡ ἀνοχή τῆς ἀγάπης του δέν πρέπει νά μᾶς κάνῃ νά ἐφησυχάζουμε. Ἀλλά νά μᾶς βοηθᾷ νά μετανοήσουμε. Νά κατα­λάβουμε τήν ἀδυναμία μας, νά ἀποτινάξουμε κάθε ὀλιγοπιστία, δι­σταγμό ἤ ἀμφιβολία. Καί νά ἀφοσιωθοῦμε περισσότερο στόν Κύριο καί στήν πρόνοια του. Νά ἐμπιστευθοῦμε ὁλοκληρωτικά τήν ζωή μας σ’ Αὐτόν. Καί θά ἀκολουθῇ τό θαῦμα. Ὅπως ἔγινε καί μέ τόν δαιμονισμένο νέο.
2.      ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΛΙΓΟΠΙΣΤΙΑ ΜΑΣ
Καθώς λοιπόν φέρνουν τόν νέο στόν Κύριο, γίνεται κάτι συ­γκλονιστικό. Μόλις τό δαιμόνιο βλέπει τόν Κύριο, ταράζει τόν νέο μέ φοβερούς σπασμούς. Τό δυστυχισμένο παιδί τώρα ἀρχίζει νά κυλι­έται στή γῆ καί νά βγάζῃ ἀφρούς ἀπ’τό στόμα του. Μπροστά σ’ αὐτό τό σπαρακτικό θέαμα, ὁ Κύριος ρωτᾶ τόν πατέρα:
– Ἀπό πότε τό δαιμόνιο ἔχει κυριεύσει τόν γιό σου καί τοῦ δη­μιούργησε αὐτή τήν τρομερή κατάστασι;
Καί ὁ δυστυχισμένος πατέρας τοῦ ἀπαντᾶ.
– Ἀπό μικρό παιδί, Κύριε, τό βασανίζει. Πολλές φορές μάλιστα τό ἔχει ρίξει στή φωτιά καί στό νερό, γιά νά τό θανατώσῃ. Ἀλλά, Κύ­ριε, ἐάν μπορῇς νά κάνῃς κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας.
Καί ὁ Κύριος ἀπαντᾷ στόν πατέρα μέ τήν ἀσθενική πίστι: «Ἐ­σύ ἄν μπορῇς νά πιστεύσῃς, θά γίνῃ τό παιδί σου καλά. Διότι ὅλα εἶναι δυνατά σέ κεῖνον πού πιστεύει». Ὁ πατέρας τώρα γεμᾶτος δά­κρυα στά μάτια, σάν μόλις νά ξύπνησε ἀπό τό λήθαργο τῆς ὀλιγο­πιστίας του, φωνάζει μέ δύναμη στόν Χριστό:
– Πιστεύω, Κύριε, ἀλλά ἔχω ἀδύναμη πίστι. Βοήθα με λοιπόν νά ἀπαλλαγῶ ἀπό τήν ὀλιγοπιστία μου.
Καί ὁ Κύριος ἀμέσως μέ ἕνα παντοδύναμο πρόσταγμα ἐπι­πλήττει αὐστηρά τό δαιμόνιο καί τοῦ λέει: «πονηρό πνεῦμα, ἄλαλο καί κωφό, σέ διατάζω νά βγῇς ἀπό αὐτό τό νέο καί νά μήν εἰσέλθῃς ποτέ πλέον σ’ αὐτόν». Τό πονηρό πνεῦμα τότε ἀρχίζει νά φωνάζῃ καί νά συνταράζῃ τό παιδί. Καί κατόπιν ἐξαφανίζεται ἀφήνοντάς τό παιδί κάτω σχεδόν νεκρό. Ὅμως ὁ Κύριος τό πιάνει ἀπό τό χέρι καί τό σηκώνει γεμᾶτο ὑγεία, ἐλεύθερο ἀπό τό δαιμόνιο.
Συγκλονισμένοι οἱ μαθητές ρωτοῦν κατόπιν ἰδιαιτέρως τόν Κύ­ριο μέ ἀπορία. «Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά διώξουμε τό πονηρό πνεῦμα ἀπό τό νέο;»
«Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου» ἀπαντᾶ ὁ Κύριος «δέν ἐκδιώ­κεται μέ τίποτε ἄλλο, παρά μόνο μέ προσευχή καί νηστεία».
ΕΙΝΑΙ πραγματικά συγκινητική ἡ ἀπάντησι καί προσευχή συ­νάμα τοῦ ὀλιγόπιστου πατέρα στόν Κύριο. «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». Αὐτή θά πρέπει νά εἶναι καί ἡ δική μας θερμή καί δυνατή προσευχή. Διότι κι ἐμεῖς πολλές φορές ὀλιγόπιστοι εἴμαστε. Δέν ἐμπιστευόμαστε ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό μας, τή ζώη μας, τήν οἰκογένειά μας, τό μέλλον μας, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι ἐνῶ λέμε ὅτι εἴμαστε πιστοί, στήν οὐσία κάποτε φερόμαστε σάν ἄπιστοι. Διότι σέ στιγμές πειρασμῶν καί θλίψεων, σέ μία ἀσθένεια ἤ μιά περιπέ­τεια, τρομοκρατούμαστε καί τά χάνουμε. Βασανιζόμαστε μέσα στούς φόβους, τίς δειλίες ἤ τίς ἀπελπισίες μας. Λησμονοῦμε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι δίπλα μας, γνωρίζει τά προβλήματα καί τίς ἀγωνίες μας, θέλει καί μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσῃ. Νά πολεμήσουμε λοιπόν τήν ὀλιγοπι­στί­α μας. «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Νά ἐμπιστευθοῦμε τόν ἑαυτό μας καί τούς γύρω μας καί ὅλη μας τή ζωή στόν Κύριο. Καί νά προσευχόμαστε λέγοντας μέ δύναμι: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ».
Ἀγαπητοί  ἀδελφοί, στό τέλος τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου ἀναφέρε­ται  ὅτι ὁ Κύριος κατόπιν ἔφυγε μέ τούς μαθητές περνώντας ἔξω ἀπό πόλεις τῆς Γαλιλαίας, γιά νά μήν μάθῃ κανείς πού ἦταν καί τί ἔκανε. Διότι πλησίαζε ὁ καιρός τοῦ πάθους του. Γι’ αὐτό προετοίμαζε τούς μαθητές, λέγοντάς τους ὅτι σέ λίγο θά παραδοθῇ σέ ἄνομους ἀν­θρώπους, οἱ ὁποῖοι θά τόν θα­νατώσουν. Αὐτός ὅμως τήν τρίτη ἡμέ­ρα θά ἀναστηθῇ.
Ἄς συμπορευθοῦμε λοιπόν καί μεῖς μέ πίστι μαζί του κι ἄς συ­σταυρωθοῦμε γιά νά συναναστηθοῦμε καί νά συζήσουμε μέ τόν Κύ­ριο στήν αἰώνιο Βασιλεία του.
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα
17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐ­πισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.