Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ (Πράξ. ις΄ 16-34)


www.osotir.org
Δοξολογία στίς θλίψεις!
 «Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεὸν»
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, βρισκόταν στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Σίλα. Ἐκεῖ κάποια στιγμὴ ἔβγαλε δαιμόνιο ἀπὸ μιὰ νεαρὴ δούλη, τὸ ὁποῖο μὲ τὶς μαντεῖες του παρεῖχε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της. 

Αὐτοί, ὅταν εἶδαν ὅτι ἔχασαν τὴν πηγὴ τοῦ κέρδους τους, γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, τοὺς συνέλαβαν καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὸν δικαστὴ μὲ ἄδικες κατηγορίες. Τελικὰ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ τιμωρήθηκαν καὶ φυλακίσθηκαν. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ τὴ νύχτα μέσα στὴ φυλακὴ ἀνέπεμπαν προσευχὲς καὶ ὕμνους στὸν Θεό.
Ἂς δοῦμε τί δείχνει ἡ δοξολογία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες καὶ πῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ ὠφελήσει κι ἐμᾶς.
1.      Ἦταν Ἅγιοι!
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔκανε θαῦμα, ἔβγαλε δαιμόνιο. Καὶ ἀντιμετώπισε μαζὶ μὲ τὸν συνεργάτη του τὴν ἐκδικητικὴ μανία τῶν κυρίων αὐτῆς τῆς δούλης. Συνελήφθησαν ἄδικα, κατηγορήθηκαν ψευδῶς. Χωρὶς νὰ τοὺς δώσουν δυνατότητα ἀπολογίας, τοὺς ράβδισαν δημοσίως. Ἡ πλάτη τους ὁλόκληρη ἔγινε μιὰ πληγή. Κατόπιν τοὺς ἔριξαν στὸ ἐσώτατο μέρος τῆς φυλακῆς σὰν νὰ ἦταν οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι κακοῦργοι. Καὶ στὴ φυλακὴ τοὺς ἀκινητοποίησαν στὸ βασανιστικὸ ὄργανο ποὺ λεγόταν ξύλο – πραγματικὸ μαρτύριο. Ἦταν κατάφωρα ἀδικημένοι· συκοφαντημένοι, δημόσια ταπεινωμένοι, τραυματισμένοι, φυλακισμένοι, ἀκινητοποιημένοι.
Καὶ ὅμως τὰ μεσάνυχτα «Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν». Προσεύχονταν· δὲν ἱκέτευαν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἢ τὴν ὑγεία τους, ἀλλὰ ὑμνοῦσαν τὸν Θεό! Μὲ ἐνθουσιασμό! «Ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι»! Οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι τοὺς ἄκουγαν ἔκπληκτοι: Τί ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἀπὸ τόση κακοπάθεια ἔχουν διάθεση νὰ δοξάζουν τὸν Θεό τους!
Τί ἄνθρωποι ἦταν!… Ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ! Χριστοφόροι, ἀναστημένοι! Ἐλεύθεροι! Ἡ φυλακὴ δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς περιορίσει, οὔτε τὸ βασανιστικὸ ξύλο. Καὶ ἂν τὰ σώματά τους ἦταν πληγωμένα καὶ καθηλωμένα, οἱ ψυχές τους ἦταν ἐλεύθερες, ὑψώνονταν μὲ πόθο στὸν Κύριό τους· τὸν Κύριο τὸν Ὁποῖο τόσο πολὺ ἀγαποῦσαν, ὥστε νὰ μὴν αἰσθάνονται καθόλου τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀδικίες. Τίποτε δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς ἐμποδίσει ἀπὸ τὴ μόνη ἀπόλαυση καὶ χαρά τους, τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Κύριο.
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ζοῦσαν ἔντονα τὸν Χριστό. Πίστευαν σ᾿ Αὐτὸν μὲ πίστη δυνατή. Τὸν ἀγαποῦσαν μὲ ὅλη τους τὴν ὕπαρξη. Τοῦ εἶχαν παραδώσει ὁλόκληρη τὴ ζωή τους. Ἦταν ἀληθινοὶ Χριστιανοί, ἦταν Ἅγιοι!
2.      Δοξολογία στὴ θλίψη!
Οἱ ἐλεύθεροι φυλακισμένοι Ἀπόστολοι μὲ τὴ μεσονύκτια ὁλοκάρδια δοξολογία τους ἀπὸ τὴν «ἐσωτέραν φυλακὴν» τῶν Φιλίππων ἐκπέμπουν μήνυμα στοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν, σὲ ὅλους μας: Νὰ ζοῦμε μέσα σὲ κλίμα δοξολογίας τοῦ Κυρίου μας· μὲ πόθο, μὲ φλόγα, μὲ ζῆλο! Νὰ ἐντρυφοῦμε στὸ ἀσύγκριτο κάλλος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μελετοῦμε τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες Του. Νὰ πάλλεται ἡ καρδιά μας ἀπὸ συγκίνηση, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ ξεσποῦμε μὲ ἔνθεο ζῆλο σὲ δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του!
Δὲν μᾶς ἐμποδίζουν οἱ περιστάσεις γι᾿ αὐτό – καταργοῦν ὅλες τὶς προφάσεις οἱ φυλακισμένοι, πληγωμένοι καὶ ἀκινητοποιημένοι ἐνθουσιώδεις δοξολογητὲς τῶν Φιλίππων. Ἡ ραθυμία μας μόνο μᾶς ἐμποδίζει ἀπὸ τὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἡ μεμψιμοιρία καὶ ἡ προσήλωση στὰ γήινα.
Δὲν ὑπάρχει ὡραιότερο πράγμα στὸν κόσμο ἀπὸ τὸ νὰ δοξάζει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, τὸν Δημιουργό του. Ὅμως ὄχι! Ὑπάρχει κάτι ἀκόμη πιὸ ὑπέροχο, πολὺ ὡραιότερο καὶ θαυμασιότερο. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ νὰ δοξάζει κανεὶς τὸν Θεὸ ὅταν βρίσκεται μέσα στὸ καμίνι τῶν θλίψεων καὶ τῶν δοκιμασιῶν. Τότε ἕνα «δόξα σοι, ὁ Θεὸς» ποὺ θὰ βγεῖ μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ πολλὲς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες καὶ ἀπὸ πλῆθος μετάνοιες. Καὶ στὰ αὐτιὰ τοῦ Θεοῦ αὐτὴ ἡ δοξολογία ἀντηχεῖ τόσο ἐναρμόνια, ποὺ ξεπερνάει τοὺς δοξολογικοὺς ὕμνους τῶν ἀναρίθμητων ἀγγέλων Του.
Ναί, εἶναι δύσκολο νὰ δοξάζεις τὸν Θεὸ μέσα στὸν πόνο σου. Δύσκολο, ἀλλὰ μεγαλειῶδες!
Ἡ φλογερὴ δοξαστικὴ προσευχὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μέσα ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ καὶ φοβερὴ φυλακὴ τῶν Φιλίππων, κηρύττει στοὺς αἰῶνες ὅτι ἡ ζωὴ μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι ὑπέροχη· φωτίζει ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς νὰ καταλάβουμε ὅτι εἴμαστε πάρα πολὺ εὐεργετημένοι ἐπειδὴ ὁ Κύριος μᾶς γνώρισε τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ μᾶς κάλεσε κοντά Του. Ἂς μὴν πνιγόμαστε λοιπὸν στὶς μικρότητες τῆς πρόσκαιρης καθημερινότητός μας· ἂς χαροῦμε δοξολογητικὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ μᾶς καλεῖ ὁ παντευεργέτης Θεὸς στὸ Μέγα Δεῖπνο τῆς Βασιλείας Του, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ αἰώνια μακαριότητα, καὶ ὅπου θὰ Τὸν δοξάζουμε αἰωνίως.
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι. καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.
https://www.osotir.org/2018/05/08/doxologia-stis-thlipsis/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου